Μια ιστορία τρόμου που παίζεται γύρω από ένα τραπέζι — στο ίδιο το χωριό όπου συμβαίνει.
Είναι ένα παιχνίδι ρόλων — σαν θεατρικό χωρίς σενάριο, που το γράφουμε όλοι μαζί, ζωντανά, γύρω από ένα τραπέζι.
Κυκλοφορεί από το 1981 και βασίζεται στις ιστορίες τρόμου του Χ.Φ. Λάβκραφτ. Ένας από εμάς είναι ο Αφηγητής (ο «Keeper»): περιγράφει τον κόσμο, δίνει φωνή σε κάθε πρόσωπο που συναντάμε, και κρατάει τα μυστικά της ιστορίας. Οι υπόλοιποι είναι ερευνητές — απλοί, καθημερινοί άνθρωποι που πέφτουν πάνω σε κάτι που δεν έπρεπε να δουν. Λες τι κάνει ο ήρωάς σου, και όταν το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο, το κρίνουν τα ζάρια.
Αυτό που το ξεχωρίζει από κάθε άλλο παιχνίδι: δεν είσαι ήρωας που νικάει τέρατα. Είσαι άνθρωπος. Το σκοτάδι είναι πάντα μεγαλύτερο από σένα, και το διακύβευμα δεν είναι μόνο η ζωή σου — είναι το μυαλό σου. Όσο πιο βαθιά βλέπεις, τόσο περισσότερο σε στοιχίζει. Δεν «κερδίζει» κανείς· ζούμε μια ιστορία που κανείς μας δεν ξέρει πώς τελειώνει, και βγαίνουμε από το δωμάτιο μιλώντας γι' αυτήν για μέρες.
Δεν χρειάζεσαι καμία εμπειρία. Χρειάζεσαι μια καρέκλα, ένα ποτήρι, και τη διάθεση να πεις «ανοίγω την πόρτα».
Ο Λάβκραφτ έγραφε για ξεχασμένα λιμάνια της Νέας Αγγλίας. Εμείς έχουμε ένα αληθινό.
Αντί να παίξουμε σε φανταστικές πόλεις της Αμερικής, φτιάξαμε μια δική μας μυθολογία πάνω στο ίδιο το Γαλαξείδι — στους δρόμους, στα σπίτια και στην ιστορία του. Οι παλιοί καπεταναίοι, τα καράβια που χάθηκαν, το Ναυτικό Μουσείο, η Βιβλιοθήκη με το «Χρονικόν του Γαλαξειδίου», ο Χηρόλακας — το λιμάνι των χηρών — όλα είναι εκεί, αλλά κάτω από την επιφάνεια κρύβουν μια δεύτερη, κρυφή ιστορία:
Γενιές πριν, οι καπεταναίοι έφεραν από ένα ταξίδι τους ένα αρχαίο είδωλο. Όσο στεκόταν στο μουσείο, ναυτικοί χάνονταν. Ένας καπετάνιος ανέβηκε στο Άγιον Όρος και το έδεσε με ευχή λευκής μαγείας. Μα τα πλάσματα της θάλασσας παζάρευαν ακόμη — και κάθε ματωμένο φεγγάρι ζητούσαν τον φόρο τους.
Σαράντα μέρες αφότου η θάλασσα ξέβρασε τον Καπετάν Σιδέρη στεγνό στον μώλο, πέντε νέοι του χωριού κληρονομούν από κοινού ένα μόνο πράγμα: το σταματημένο ασημένιο ρολόι του. Ο αριθμός του ρολογιού οδηγεί σε έναν τόμο που δεν έπρεπε να υπάρχει, ο τόμος σε ένα κλειδί, και το κλειδί σε έναν ναό κάτω από ένα σπίτι στη Βιστρίθρα — εκεί που περιμένει, δεμένο, το είδωλο. Και το ματωμένο φεγγάρι πλησιάζει…





Πώς τελείωσε; Με ένα τηλέφωνο που χτύπησε μέσα στη νύχτα, και μια φωνή που είπε: «Κρατήσατε την ευχή. Μα δεν τελείωσε. Φέρτε το είδωλο στους Δελφούς.» Τα υπόλοιπα — στο επόμενο βίντεο.
Πριν από κάθε νέα νύχτα, οι παίκτες παίρνουν ένα «previously on…» — κομμένο σαν παλιά κόπια θερινού σινεμά, με τη σκόνη και τις γρατζουνιές της. Δύο λεπτά, και ξέρεις ό,τι ξέρουν κι αυτοί.
Η φωνή στο τηλέφωνο ζήτησε το είδωλο. Ο δρόμος ανεβαίνει από τη θάλασσα της Μάκρα Νικόλα προς το βουνό — προς τον ομφαλό του κόσμου. Σωτήρας ή αίρεση; Κανείς δεν ξέρει ακόμα.
Κάθε στοιχείο της έρευνας υπάρχει και ως αντικείμενο: εφημερίδες παλαιωμένες σε αληθινό χαρτί, φωτογραφίες του 1958 και του 1976 με σημειώσεις στην πίσω όψη, μια διαθήκη, ένα ημερολόγιο, ένα γράμμα που δεν έφτασε ποτέ. Όταν ο Αφηγητής λέει «βρίσκεις μια φωτογραφία», σου τη δίνει.
Δύο δείγματα από την Πρώτη Νύχτα — τα υπόλοιπα, στο τραπέζι.

